Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
platzieren
01
τοποθετώ, κατατάσσω
Etwas gezielt an einer bestimmten Stelle positionieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
platziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
platziert
ενεστώτα μετοχή
platzierend
απλός αόριστος
platzierte
παθητική μετοχή
platziert
Παραδείγματα
Ich platzierte den Sessel in der Nähe des Schreibtischs.
Τοποθέτησα την πολυθρόνα κοντά στο γραφείο.



























