Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
platzen
[past form: platzte]
01
σκάω
Plötzlich kaputtgehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
platze
γ΄ ενικό πρόσωπο
platzt
ενεστώτα μετοχή
platzend
απλός αόριστος
platzte
παθητική μετοχή
geplatzt
Παραδείγματα
Die Blutblase ist beim Laufen geplatzt.
Η φουσκάλα αίματος έσκασε ενώ έτρεχε.



























