müde
müde
my:dɐ
myd

Ορισμός και σημασία του "müde"στα γερμανικά

01

κουρασμένος, εξαντλημένος

Körperlich oder geistig erschöpft 
müde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am müdesten
συγκριτικός βαθμός
müder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Zustand, Gesundheit, Gefühl
Παραδείγματα
Ich bin sehr müde. 

Είμαι πολύ κουρασμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store