Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entwickeln
01
αναπτύσσω, προοδεύω
Fortschritte machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
wickeln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entwickle
γ΄ ενικό πρόσωπο
entwickelt
ενεστώτα μετοχή
entwickelnd
απλός αόριστος
entwickelte
παθητική μετοχή
entwickelt
Παραδείγματα
Die Stadt entwickelt sich schnell.
Η πόλη αναπτύσσεται γρήγορα.
02
αναπτύσσομαι, μεγαλώνω
Sich entfalten
Παραδείγματα
Die Pflanzen entwickeln sich bei ausreichend Licht am besten.
Τα φυτά αναπτύσσονται καλύτερα με επαρκή φως.
03
Etwas herstellen
Παραδείγματα
Das Team entwickelt eine App für umweltfreundliches Reisen.
04
εφευρίσκω
Etwas Neues erfinden oder kreieren
Παραδείγματα
Er hat eine neue Methode entwickelt.
Έχει αναπτύξει μια νέα μέθοδο.
05
αναπτύσσω, διαμορφώνω
Allmählich entstehen oder sich bilden
Παραδείγματα
Aus der Idee hat sich ein großes Projekt entwickelt.
Αναπτύσσω σημαίνει « να δημιουργείται ή να σχηματίζεται σταδιακά ».
06
δείχνω, αποκαλύπτω
Etwas zeigen oder hervorbringen
Παραδείγματα
Er entwickelt großen Mut in schwierigen Situationen.
Αυτός αναπτύσσει μεγάλο θάρρος σε δύσκολες καταστάσεις.



























