Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entwickeln
01
αναπτύσσω, προοδεύω
Fortschritte machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
wickeln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entwickle
γ΄ ενικό πρόσωπο
entwickelt
ενεστώτα μετοχή
entwickelnd
απλός αόριστος
entwickelte
παθητική μετοχή
entwickelt
Παραδείγματα
Das Unternehmen entwickelt sich positiv.
Η εταιρεία αναπτύσσεται θετικά.
02
αναπτύσσομαι, μεγαλώνω
Sich entfalten
Παραδείγματα
Das Baby entwickelt sich prächtig im ersten Jahr.
Το μωρό αναπτύσσεται θαυμάσια κατά το πρώτο έτος.
03
Etwas herstellen
Παραδείγματα
Forscher entwickeln ein Medikament gegen das Virus.
04
εφευρίσκω
Etwas Neues erfinden oder kreieren
Παραδείγματα
Der Ingenieur entwickelt ein neues Gerät.
Ο μηχανικός αναπτύσσει μια νέα συσκευή.
05
αναπτύσσω, διαμορφώνω
Allmählich entstehen oder sich bilden
Παραδείγματα
Das Bild entwickelt sich im Wasserbad.
Η εικόνα αναπτύσσεται στο λουτρό νερού.
06
δείχνω, αποκαλύπτω
Etwas zeigen oder hervorbringen
Παραδείγματα
Die Mannschaft entwickelte viel Energie im Spiel.
Η ομάδα έδειξε πολλή ενέργεια κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.



























