Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Entwicklung
[gender: feminine]
01
ανάπτυξη, εξέλιξη
Ein Prozess des Wachstums oder der Veränderung
Παραδείγματα
Die wirtschaftliche Entwicklung beeinflusst das Land.
Η οικονομική ανάπτυξη επηρεάζει τη χώρα.


























