Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Entwurfsfassung
[gender: feminine]
01
προσχέδιο, προκαταρκτική έκδοση
Eine erste Version eines Textes oder Dokuments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Entwurfsfassung
πληθυντικός τύπος
Entwurfsfassungen
Παραδείγματα
Die Entwurfsfassung enthält noch Fehler.
Η προσχέδιο έκδοση περιέχει ακόμα λάθη.



























