entziehen
entziehen
ɛntt͡si:ən
enttsiēn
entstehenentgehenentfliehen

Ορισμός και σημασία του "entziehen"στα γερμανικά

entziehen
01

ανακαλώ, στερώ

Jemandem etwas wegnehmen oder den Zugang verweigern 
entziehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entziehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
entzieht
ενεστώτα μετοχή
entziehend
απλός αόριστος
entzog
παθητική μετοχή
entzogen
Παραδείγματα
Die Polizei entzieht dem Fahrer den Führerschein. 

Η αστυνομία αφαιρεί την άδεια οδήγησης από τον οδηγό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store