Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entziehen
01
ανακαλώ, στερώ
Jemandem etwas wegnehmen oder den Zugang verweigern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entziehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
entzieht
ενεστώτα μετοχή
entziehend
απλός αόριστος
entzog
παθητική μετοχή
entzogen
Παραδείγματα
Die Firma entzieht dem Mitarbeiter den Zugang zum System.
Η εταιρεία αφαιρεί από τον εργαζόμενο την πρόσβαση στο σύστημα.



























