Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entziehen
01
ανακαλώ, στερώ
Jemandem etwas wegnehmen oder den Zugang verweigern
Παραδείγματα
Die Firma entzieht dem Mitarbeiter den Zugang zum System.
Η εταιρεία αφαιρεί από τον εργαζόμενο την πρόσβαση στο σύστημα.


























