enttäuschend
enttäuschend
ɛnttɔɪ̯ʃənt
enttoyshēnt

Ορισμός και σημασία του "enttäuschend"στα γερμανικά

enttäuschend
01

απογοητευτικός, αποθαρρυντικός

Unerfüllend und frustrierend für Erwartungen 
enttäuschend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am enttäuschendsten
συγκριτικός βαθμός
enttäuschender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Ergebnis war enttäuschend. 

Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store