enttäuschen
enttäuschen
ɛnttɔɪ̯ʃn
enttoyshn

Ορισμός και σημασία του "enttäuschen"στα γερμανικά

enttäuschen
01

απογοητεύω, αποθαρρύνω

Erwartungen nicht erfüllen, jemanden unzufrieden oder traurig machen 
enttäuschen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
täuschen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
enttäusche
γ΄ ενικό πρόσωπο
enttäuscht
ενεστώτα μετοχή
enttäuschend
απλός αόριστος
enttäuschte
παθητική μετοχή
enttäuscht
Παραδείγματα
Der Film hat mich enttäuscht. 

Η ταινία με απογοήτευσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store