Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entspannt
01
χαλαρός, ήρεμος
Beschreibt eine Person, die ruhig, gelassen und stressfrei ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am entspanntesten
συγκριτικός βαθμός
entspannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er wirkt heute sehr entspannt.
Φαίνεται πολύ χαλαρός σήμερα.



























