Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entspannen
01
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
Sich ausruhen, locker werden, Stress oder Anspannung abbauen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
spannen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entspanne
γ΄ ενικό πρόσωπο
entspannt
ενεστώτα μετοχή
entspannend
απλός αόριστος
entspannte
παθητική μετοχή
entspannt
Παραδείγματα
Ich entspanne mich nach der Arbeit gerne im Garten.
Μου αρέσει να χαλαρώνω στον κήπο μετά τη δουλειά.



























