Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entspannt
01
χαλαρός, ήρεμος
Beschreibt eine Person, die ruhig, gelassen und stressfrei ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am entspanntesten
συγκριτικός βαθμός
entspannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein entspannter Mensch lässt sich nicht leicht aus der Ruhe bringen.
Ένα χαλαρό άτομο δεν ενοχλείται εύκολα.



























