Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einprägen
01
εξηγώ ξεκάθαρα, κάνω να κατανοηθεί
Jemandem etwas klar und deutlich erklären oder vermitteln, damit es verstanden wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
prägen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
präge ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
prägt ein
ενεστώτα μετοχή
einprägend
απλός αόριστος
prägte ein
παθητική μετοχή
eingeprägt
Παραδείγματα
Die Mutter prägte dem Kind ein, nie mit Fremden mitzugehen.
Η μητέρα ενέκρινε στο παιδί να μην πηγαίνει ποτέ με αγνώστους.
02
χαράζω, αποτυπώνω
Sich tief ins Gedächtnis eingraben
Παραδείγματα
Seine letzten Worte prägten sich tief in mein Gedächtnis ein.
Τα τελευταία του λόγια χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη μου.
03
απομνημονεύω, κρατώ στη μνήμη
Etwas bewusst lernen und im Gedächtnis behalten
Παραδείγματα
Kinder prägen sich Lieder schneller ein als Erwachsene.
Τα παιδιά απομνημονεύουν τραγούδια πιο γρήγορα από τους ενήλικες.
Λεξικό Δέντρο
einprägen
ein
prägen



























