Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einnehmen
01
κερδίζω, αποκτώ
Geld durch Verkauf oder andere Quellen bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt ein
ενεστώτα μετοχή
einnehmend
απλός αόριστος
nahm ein
παθητική μετοχή
eingenommen
Παραδείγματα
Der Online-Shop nimmt mehr Geld ein als der Laden.
Το ηλεκτρονικό κατάστημα κερδίζει περισσότερα χρήματα από το κατάστημα.
02
παίρνω, καταναλώνω
Medikamente oder Essen zu sich nehmen
Παραδείγματα
Es ist wichtig, die Arznei richtig einzunehmen.
Είναι σημαντικό να παίρνετε το φάρμακο σωστά.
03
καταλαμβάνω, παίρνω
Einen Ort oder eine Position besetzen oder kontrollieren
Παραδείγματα
Die Soldaten nahmen den Feind am Morgen ein.
Οι στρατιώτες κατέλαβαν τον εχθρό το πρωί.



























