Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einreiben
01
τρίβω, εφαρμόζω με τρίψιμο
Eine Substanz durch Reiben auf der Haut oder Oberfläche verteilen
Παραδείγματα
Dieses Öl muss man warm einreiben.
Αυτό το λάδι πρέπει να τρίβεται ζεστό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τρίβω, εφαρμόζω με τρίψιμο