Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Einrichtung
01
έπιπλα, επίπλωση
Möbel und Gegenstände, die einen Raum ausstatten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Einrichtung
πληθυντικός τύπος
Einrichtungen
Παραδείγματα
Die Einrichtung in meinem Zimmer ist modern.
Ο εξοπλισμός στο δωμάτιό μου είναι μοντέρνος.
02
ίδρυμα, οργανισμός
Eine Organisation oder Institution, die bestimmte Aufgaben erfüllt
Παραδείγματα
Diese Einrichtung hilft Menschen in Not.
Αυτός ο οργανισμός βοηθά άτομα σε ανάγκη.



























