Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Einrichtung
[gender: feminine]
01
έπιπλα, επίπλωση
Möbel und Gegenstände, die einen Raum ausstatten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Einrichtung
πληθυντικός τύπος
Einrichtungen
Παραδείγματα
Die Einrichtung besteht aus Holz und Stoff.
Ο εξοπλισμός αποτελείται από ξύλο και ύφασμα.
02
ίδρυμα, οργανισμός
Eine Organisation oder Institution, die bestimmte Aufgaben erfüllt
Παραδείγματα
Die Einrichtung hat viele Mitarbeiter.
Ο οργανισμός έχει πολλούς υπαλλήλους.



























