Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einprägen
01
εξηγώ ξεκάθαρα, κάνω να κατανοηθεί
Jemandem etwas klar und deutlich erklären oder vermitteln, damit es verstanden wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
prägen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
präge ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
prägt ein
ενεστώτα μετοχή
einprägend
απλός αόριστος
prägte ein
παθητική μετοχή
eingeprägt
Παραδείγματα
Der Lehrer prägte den Schülern die Bedeutung von Pünktlichkeit ein.
Ο δάσκαλος ενέπνευσε στους μαθητές τη σημασία της ακρίβειας.
02
χαράζω, αποτυπώνω
Sich tief ins Gedächtnis eingraben
Παραδείγματα
Dieses Erlebnis hat sich mir tief eingeprägt.
Αυτή η εμπειρία έχει χαραχθεί βαθιά στη μνήμη μου.
03
απομνημονεύω, κρατώ στη μνήμη
Etwas bewusst lernen und im Gedächtnis behalten
Παραδείγματα
Ich präge mir die Vokabeln mit Karteikarten ein.
Απομνημονεύω το λεξιλόγιο με κάρτες χαράσσοντας το στη μνήμη.
Λεξικό Δέντρο
einprägen
ein
prägen



























