Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einreiben
01
τρίβω, εφαρμόζω με τρίψιμο
Eine Substanz durch Reiben auf der Haut oder Oberfläche verteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
reiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reibe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
reibt ein
ενεστώτα μετοχή
einreibend
απλός αόριστος
rieb ein
παθητική μετοχή
eingerieben
Παραδείγματα
Dieses Öl muss man warm einreiben.
Αυτό το λάδι πρέπει να τρίβεται ζεστό.
Λεξικό Δέντρο
einreiben
ein
reiben



























