Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einnehmen
01
κερδίζω, αποκτώ
Geld durch Verkauf oder andere Quellen bekommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt ein
ενεστώτα μετοχή
einnehmend
απλός αόριστος
nahm ein
παθητική μετοχή
eingenommen
Παραδείγματα
Der Laden nimmt täglich viel Geld ein.
Το κατάστημα εισπράττει πολλά χρήματα καθημερινά.
02
παίρνω, καταναλώνω
Medikamente oder Essen zu sich nehmen
Παραδείγματα
Du musst die Tabletten dreimal täglich einnehmen.
Πρέπει να παίρνεις τα δισκία τρεις φορές την ημέρα.
03
καταλαμβάνω, παίρνω
Einen Ort oder eine Position besetzen oder kontrollieren
Παραδείγματα
Die Truppen haben die Stadt eingenommen.
Οι στρατιώτες κατέλαβαν την πόλη.



























