Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Auflage
01
προϋπόθεση, απαίτηση
Eine Bedingung oder Anforderung, die erfüllt werden muss
Παραδείγματα
Das Gericht hat ihm eine Auflage erteilt, den Schaden zu bezahlen.
Το δικαστήριο του επέβαλε έναν όρο να πληρώσει τη ζημιά.
02
επίστρωση, στρώμα
Eine Schicht, die auf etwas gelegt wird, um es zu schmücken oder zu schützen
Παραδείγματα
Die Schuhe haben eine rutschfeste Auflage.
Τα παπούτσια έχουν μια αντιολισθητική σόλα.
03
έκδοση, αριθμός τυπωμένων αντιτύπων
Die Anzahl der gedruckten Exemplare einer Zeitung, Zeitschrift oder eines Buches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Auflage
πληθυντικός τύπος
Auflagen
Παραδείγματα
Die Zeitung hat eine wöchentliche Auflage von 50.000 Exemplaren.
Η εφημερίδα έχει εβδομαδιαία κυκλοφορία 50.000 αντιτύπων.



























