auflisten
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌlɪstn̩/

Ορισμός και σημασία του "auflisten"στα γερμανικά

auflisten
01

καταγράφω σε λίστα, απαριθμώ

Etwas systematisch in einer Liste erfassen oder darstellen
auflisten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
listen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liste auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
listet auf
ενεστώτα μετοχή
auflistend
απλός αόριστος
listete auf
παθητική μετοχή
aufgelistet
Παραδείγματα
Der Bericht listet die Fehler detailliert auf.
Η αναφορά απαριθμεί τα λάθη λεπτομερώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store