auflisten
auflisten
aʊ̯flɪstn
awflistn
ausmistenaufrüsten

Ορισμός και σημασία του "auflisten"στα γερμανικά

auflisten
01

καταγράφω σε λίστα, απαριθμώ

Etwas systematisch in einer Liste erfassen oder darstellen 
auflisten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
listen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liste auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
listet auf
ενεστώτα μετοχή
auflistend
απλός αόριστος
listete auf
παθητική μετοχή
aufgelistet
Παραδείγματα
Bitte listen Sie alle Teilnehmer auf. 

Παρακαλώ απαριθμήστε όλους τους συμμετέχοντες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store