Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
écorché
01
ξέφτυσμένος, γρατζουνισμένος
qui a la peau blessée ou arrachée, souvent avec des égratignures
Παραδείγματα
Il porte un pansement sur la zone écorchée.
Φοράει επίδεσμο στην γδαρμένη περιοχή.
L'écorché
[gender: masculine]
01
ευαίσθητο άτομο, ευπαθές άτομο
personne très sensible aux émotions ou aux critiques
Παραδείγματα
Être écorché signifie ressentir les choses profondément.
Το να είσαι ευαίσθητος σημαίνει να αισθάνεσαι τα πράγματα βαθιά.
02
ξεδερμένη φιγούρα, ανατομικό σχέδιο
représentation artistique montrant un corps humain sans peau, pour étudier les muscles et l'anatomie
Παραδείγματα
L' écorché aide à comprendre la position des tendons.
Το écorché βοηθά στην κατανόηση της θέσης των τενόντων.



























