économiser
é
e
ε
co
κο
no
no
νο
mi
mi
μι
ser
ze
ζε

Ορισμός και σημασία του "économiser"στα γαλλικά

économiser
01

οικονομώ, αποταμιεύω

garder de l'argent ou des ressources pour plus tard 
économiser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
économise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
économisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
économiserai
ενεστώτα μετοχή
économisant
παθητική μετοχή
économisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
économisions
Παραδείγματα
Il veut économiser pour acheter une voiture. 

Θέλει να οικονομήσει για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store