Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
économiser
01
οικονομώ, αποταμιεύω
garder de l'argent ou des ressources pour plus tard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
économise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
économisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
économiserai
ενεστώτα μετοχή
économisant
παθητική μετοχή
économisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
économisions
Παραδείγματα
Tu devrais économiser un peu d' argent.
Πρέπει να αποταμιεύσεις λίγα χρήματα.



























