économiser
Pronunciation
/ekɔnɔmize/

Ορισμός και σημασία του "économiser"στα γαλλικά

économiser
01

οικονομώ, αποταμιεύω

garder de l'argent ou des ressources pour plus tard
économiser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
économise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
économisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
économiserai
ενεστώτα μετοχή
économisant
παθητική μετοχή
économisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
économisions
Παραδείγματα
Tu devrais économiser un peu d' argent.
Πρέπει να αποταμιεύσεις λίγα χρήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store