Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
écouter
01
ακούω, ακροώμαι
entendre volontairement quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
écoute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
écoutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
écouterai
ενεστώτα μετοχή
écoutant
παθητική μετοχή
écouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
écoutions
Παραδείγματα
Nous devons écouter les conseils des experts.
Πρέπει να ακούσουμε τις συμβουλές των ειδικών.
02
ακούω τον εαυτό μου
prêter attention à ses propres sentiments ou pensées
Παραδείγματα
Il est difficile de vraiment s' écouter quand on est stressé.
Είναι δύσκολο να ακούς πραγματικά τον εαυτό σου όταν είσαι αγχωμένος.



























