Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
écouter
01
ακούω, ακροώμαι
entendre volontairement quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
écoute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
écoutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
écouterai
ενεστώτα μετοχή
écoutant
παθητική μετοχή
écouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
écoutions
Παραδείγματα
J'aime écouter de la musique.
Μου αρέσει να ακούω μουσική.
02
ακούω τον εαυτό μου
prêter attention à ses propres sentiments ou pensées
Παραδείγματα
Il faut parfois s'écouter pour prendre de bonnes décisions.
Μερικές φορές πρέπει να ακούς τον εαυτό σου για να παίρνεις καλές αποφάσεις.



























