Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tordre
01
στρίβω, στραμπουλίζω
déformer en tournant avec force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tords
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tordons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tordrai
ενεστώτα μετοχή
tordant
παθητική μετοχή
tordu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tordions
Παραδείγματα
Arrête de tordre la cuillère !
Σταμάτα να στρίβεις το κουτάλι!
02
στραγγίζω, στρίβω
presser ou essorer en tournant avec force
Παραδείγματα
Ne tords pas trop fort, tu vas le déchirer !
Μην στρίψεις πολύ δυνατά, θα το σχίσεις!
03
στρίβω, λυγίζω
se plier ou se déformer avec force
Παραδείγματα
Le métal chaud se tord sous la pression.
Το ζεστό μέταλλο λυγίζει υπό πίεση.
04
συστρέφομαι, σπασμώνω
bouger son corps violemment sous l'effet d'une douleur ou d'une émotion forte
Παραδείγματα
La côte se tord lors de l' éternuement.
Το πλευρό στριφογυρίζει κατά το φτάρνισμα.



























