Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tordre
01
στρίβω, στραμπουλίζω
déformer en tournant avec force
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tords
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tordons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tordrai
ενεστώτα μετοχή
tordant
παθητική μετοχή
tordu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tordions
Παραδείγματα
Ne tords pas le fil, il pourrait casser.
Μην στρίψεις το καλώδιο, μπορεί να σπάσει.
02
στραγγίζω, στρίβω
presser ou essorer en tournant avec force
Παραδείγματα
Elle tord la serpillière pour la sécher.
Αυτή στρίβει το σφουγγαράκι για να το στεγνώσει.
03
στρίβω, λυγίζω
se plier ou se déformer avec force
Παραδείγματα
Le gymnaste se tord dans les airs avant d'atterrir.
Ο γυμναστής στριφογυρίζει στον αέρα πριν προσγειωθεί.
04
συστρέφομαι, σπασμώνω
bouger son corps violemment sous l'effet d'une douleur ou d'une émotion forte
Παραδείγματα
Sa jambe se tord pendant la crampe.
Το πόδι του συστρέφεται κατά τη διάρκεια του κράμπα.



























