Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le torchon
[gender: masculine]
01
πανί κουζίνας, πατσαβούρα
morceau de tissu utilisé pour nettoyer ou essuyer
Παραδείγματα
Passe-moi le torchon pour éponger l' eau renversée.
Πέρασέ μου το πανί για να σκουπίσω το χυμένο νερό.
02
ανοησία, ασυναρτησία
texte mal écrit ou sans valeur
Παραδείγματα
Il prétend être écrivain mais ne produit que des torchons.
Ισχυρίζεται ότι είναι συγγραφέας αλλά παράγει μόνο σκουπίδια.
03
εφημερίδα κακής ποιότητας, άρθρο χαμηλής ποιότητας
journal ou article de mauvaise qualité
Παραδείγματα
Il écrit pour un torchon local depuis des années.
Γράφει για μια τοπική χαμηλής ποιότητας εφημερίδα εδώ και χρόνια.



























