Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tenter
01
προσπαθώ, δοκιμάζω
essayer de faire quelque chose ou faire un effort pour réussir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tenterai
ενεστώτα μετοχή
tentant
παθητική μετοχή
tenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tentions
Παραδείγματα
Je tente de convaincre mes parents de me laisser partir.
Προσπαθώ να πείσω τους γονείς μου να με αφήσουν να φύγω.
02
παρασύρω, δελεάζω
provoquer le désir de faire quelque chose, souvent quelque chose de défendu ou risqué
Παραδείγματα
Elle tente les élèves avec des récompenses pour travailler plus.
Προσπαθεί να δελεάσει τους μαθητές με ανταμοιβές για να εργαστούν περισσότερο.
03
προσελκύω, ενδιαφέρω
plaire à quelqu'un ou attirer son intérêt
Παραδείγματα
Ce parfum tente beaucoup de clientes dans la boutique.
Αυτό το άρωμα δελεάζει πολλές πελάτισσες στο μπουτίκ.



























