tentant
Pronunciation
/tɑ̃tɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "tentant"στα γαλλικά

01

δελεαστικός, γοητευτικός

qui donne envie, qui attire
tentant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tentant
συγκριτικός βαθμός
plus tentant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tentant
αρσενικό πληθυντικό
tentants
θηλυκό ενικό
tentante
θηλυκό πληθυντικό
tentantes
Παραδείγματα
La proposition semble tentante, mais il faut réfléchir.
Η πρόταση φαίνεται δελεαστική, αλλά πρέπει να σκεφτούμε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store