Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tentant
01
δελεαστικός, γοητευτικός
qui donne envie, qui attire
Παραδείγματα
La proposition semble tentante, mais il faut réfléchir.
Η πρόταση φαίνεται δελεαστική, αλλά πρέπει να σκεφτούμε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δελεαστικός, γοητευτικός