Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tenter
01
προσπαθώ, δοκιμάζω
essayer de faire quelque chose ou faire un effort pour réussir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tenterai
ενεστώτα μετοχή
tentant
παθητική μετοχή
tenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tentions
Παραδείγματα
Il tente de résoudre ce problème difficile.
Προσπαθεί να λύσει αυτό το δύσκολο πρόβλημα.
02
παρασύρω, δελεάζω
provoquer le désir de faire quelque chose, souvent quelque chose de défendu ou risqué
Παραδείγματα
Le chocolat tente toujours les enfants.
Η σοκολάτα πάντα προσπαθεί τα παιδιά.
03
προσελκύω, ενδιαφέρω
plaire à quelqu'un ou attirer son intérêt
Παραδείγματα
Ce film tente beaucoup de jeunes spectateurs.
Αυτή η ταινία προσπαθεί πολλούς νέους θεατές.



























