Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tentative
01
προσπάθεια
action d'essayer de faire quelque chose, effort pour atteindre un but
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tentatives
Παραδείγματα
La tentative de négociation n' a pas abouti.
Η προσπάθεια διαπραγμάτευσης δεν είχε επιτυχία.
Λεξικό Δέντρο
tentative
tent



























