Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sujet
01
θέμα, αντικείμενο
thème principal d'une conversation, d'un texte ou d'une réflexion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sujets
Παραδείγματα
Le sujet de la réunion est le budget.
Το θέμα της συνάντησης είναι ο προϋπολογισμός.
02
λόγος, αιτία
ce qui justifie une action ou un état ; la cause profonde de quelque chose
Παραδείγματα
Quel est le sujet de cette dispute ?
Ποιο είναι το θέμα αυτής της διαμάχης;
03
υποκείμενο, γραμματικό υποκείμενο
élément de la phrase qui fait l'action
Παραδείγματα
"Le chat" est le sujet dans "Le chat dort".
Το υποκείμενο είναι το στοιχείο της πρότασης που εκτελεί τη δράση στο "Η γάτα κοιμάται".
sujet
01
υπόκειται σε, εκτεθειμένος σε
qui est exposé à quelque chose ou dépendant de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sujet
αρσενικό πληθυντικό
sujets
θηλυκό ενικό
sujette
θηλυκό πληθυντικό
sujettes
Παραδείγματα
Cette région est sujet aux tremblements de terre.
Αυτή η περιοχή είναι επιρρεπής σε σεισμούς.



























