le sujet
su
sy
sy
jet
ʒɛ
zhe
fraisoctetouaistrait

Ορισμός και σημασία του "sujet"στα γαλλικά

01

θέμα, αντικείμενο

thème principal d'une conversation, d'un texte ou d'une réflexion 
le sujet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sujets
Παραδείγματα
Le sujet de la réunion est le budget. 

Το θέμα της συνάντησης είναι ο προϋπολογισμός.

02

λόγος, αιτία

ce qui justifie une action ou un état  ; la cause profonde de quelque chose 
le sujet definition and meaning
Παραδείγματα
Quel est le sujet de cette dispute ? 

Ποιο είναι το θέμα αυτής της διαμάχης;

03

υποκείμενο, γραμματικό υποκείμενο

élément de la phrase qui fait l'action 
Παραδείγματα
"Le chat" est le sujet dans "Le chat dort". 

Το υποκείμενο είναι το στοιχείο της πρότασης που εκτελεί τη δράση στο "Η γάτα κοιμάται".

01

υπόκειται σε, εκτεθειμένος σε

qui est exposé à quelque chose ou dépendant de quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sujet
αρσενικό πληθυντικό
sujets
θηλυκό ενικό
sujette
θηλυκό πληθυντικό
sujettes
Παραδείγματα
Cette région est sujet aux tremblements de terre. 

Αυτή η περιοχή είναι επιρρεπής σε σεισμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store