Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
superficiel
01
επιφανειακός, επιφανειακός
qui ne va pas en profondeur, qui s'intéresse seulement aux apparences ou aux détails extérieurs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus superficiel
συγκριτικός βαθμός
plus superficiel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
superficiel
αρσενικό πληθυντικό
superficiels
θηλυκό ενικό
superficielle
θηλυκό πληθυντικό
superficielles
Παραδείγματα
Il fait preuve d' un intérêt superficiel pour le projet.
Δείχνει επιφανειακό ενδιαφέρον για το έργο.



























