le sujet
Pronunciation
/syʒˈɛ/

Ορισμός και σημασία του "sujet"στα γαλλικά

01

θέμα, αντικείμενο

thème principal d'une conversation, d'un texte ou d'une réflexion
le sujet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sujets
Παραδείγματα
Ce sujet me passionne.
Αυτό το θέμα με παθιάζει.
02

λόγος, αιτία

ce qui justifie une action ou un état ; la cause profonde de quelque chose
le sujet definition and meaning
Παραδείγματα
Le sujet principal de notre réunion est la baisse des ventes.
Το κύριο θέμα της συνάντησής μας είναι η πτώση των πωλήσεων.
03

υποκείμενο, γραμματικό υποκείμενο

élément de la phrase qui fait l'action
Παραδείγματα
Accorde le verbe avec son sujet.
Συμφώνησε το ρήμα με το υποκείμενό του.
01

υπόκειται σε, εκτεθειμένος σε

qui est exposé à quelque chose ou dépendant de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sujet
αρσενικό πληθυντικό
sujets
θηλυκό ενικό
sujette
θηλυκό πληθυντικό
sujettes
Παραδείγματα
Les données sont sujet à modification.
Τα δεδομένα υπόκεινται σε τροποποίηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store