Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supporter
01
ανέχομαι, υπομένω
pouvoir endurer quelque chose de difficile ou désagréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
supporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supporterai
ενεστώτα μετοχή
supportant
παθητική μετοχή
supporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supportions
Παραδείγματα
Je ne supporte pas cette chaleur.
Δεν αντέχω αυτή τη ζέστη.
02
ανέχονται ο ένας τον άλλον, ανεκτικοί ο ένας προς τον άλλον
capacité à tolérer mutuellement une coexistence
Παραδείγματα
Ils ne se supportent plus après cette dispute.
Δεν ανέχονται πια ο ένας τον άλλο μετά από αυτή τη διαφωνία.



























