supprimer
supp
syp
syp
ri
ʁi
ri
mer
me
me

Ορισμός και σημασία του "supprimer"στα γαλλικά

supprimer
01

διαγράφω, αφαιρώ

faire disparaître quelque chose, enlever ou retirer 
supprimer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
supprime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supprimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supprimerai
ενεστώτα μετοχή
supprimant
παθητική μετοχή
supprimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supprimions
Παραδείγματα
Il a supprimé le fichier de son ordinateur. 

Διέγραψε το αρχείο από τον υπολογιστή του.

02

καταργώ, ακυρώνω

mettre fin à quelque chose, abolir ou annuler 
supprimer definition and meaning
Παραδείγματα
Le gouvernement a supprimé cette loi obsolète. 

Η κυβέρνηση κατάργησε αυτόν τον απαρχαιωμένο νόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store