Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supprimer
01
διαγράφω, αφαιρώ
faire disparaître quelque chose, enlever ou retirer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
supprime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supprimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supprimerai
ενεστώτα μετοχή
supprimant
παθητική μετοχή
supprimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supprimions
Παραδείγματα
Il a supprimé les messages indésirables de sa boîte mail.
Διέγραψε τα ανεπιθύμητα μηνύματα από το γραμματοκιβώτιό του.
02
καταργώ, ακυρώνω
mettre fin à quelque chose, abolir ou annuler
Παραδείγματα
Le professeur a supprimé l' exercice jugé inutile.
Ο καθηγητής διέγραψε την άσκηση που κρίθηκε άχρηστη.



























