supprimer
Pronunciation
/sypʀime/

Ορισμός και σημασία του "supprimer"στα γαλλικά

supprimer
01

διαγράφω, αφαιρώ

faire disparaître quelque chose, enlever ou retirer
supprimer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
supprime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supprimons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supprimerai
ενεστώτα μετοχή
supprimant
παθητική μετοχή
supprimé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supprimions
Παραδείγματα
Il a supprimé les messages indésirables de sa boîte mail.
Διέγραψε τα ανεπιθύμητα μηνύματα από το γραμματοκιβώτιό του.
02

καταργώ, ακυρώνω

mettre fin à quelque chose, abolir ou annuler
supprimer definition and meaning
Παραδείγματα
Le professeur a supprimé l' exercice jugé inutile.
Ο καθηγητής διέγραψε την άσκηση που κρίθηκε άχρηστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store