Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supporter
01
ανέχομαι, υπομένω
pouvoir endurer quelque chose de difficile ou désagréable
Παραδείγματα
Peux - tu supporter ce bruit ?
Μπορείς να αντέξεις αυτόν τον θόρυβο;
02
ανέχονται ο ένας τον άλλον, ανεκτικοί ο ένας προς τον άλλον
capacité à tolérer mutuellement une coexistence
Παραδείγματα
Elles arrivent enfin à se supporter.
Τελικά καταφέρνουν να ανέχονται ο ένας τον άλλον.



























