supporter
Pronunciation
/sypɔʀte/

Ορισμός και σημασία του "supporter"στα γαλλικά

supporter
01

ανέχομαι, υπομένω

pouvoir endurer quelque chose de difficile ou désagréable
supporter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
supporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supporterai
ενεστώτα μετοχή
supportant
παθητική μετοχή
supporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supportions
Παραδείγματα
Peux - tu supporter ce bruit ?
Μπορείς να αντέξεις αυτόν τον θόρυβο;
02

ανέχονται ο ένας τον άλλον, ανεκτικοί ο ένας προς τον άλλον

capacité à tolérer mutuellement une coexistence
Παραδείγματα
Elles arrivent enfin à se supporter.
Τελικά καταφέρνουν να ανέχονται ο ένας τον άλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store