supporter
su
sy
sy
ppor
pɔʁ
pawr
ter
te
te
supposersupputer

Ορισμός και σημασία του "supporter"στα γαλλικά

supporter
01

ανέχομαι, υπομένω

pouvoir endurer quelque chose de difficile ou désagréable 
supporter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
supporte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
supportons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
supporterai
ενεστώτα μετοχή
supportant
παθητική μετοχή
supporté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
supportions
Παραδείγματα
Je ne supporte pas cette chaleur. 

Δεν αντέχω αυτή τη ζέστη.

02

ανέχονται ο ένας τον άλλον, ανεκτικοί ο ένας προς τον άλλον

capacité à tolérer mutuellement une coexistence 
Παραδείγματα
Ils ne se supportent plus après cette dispute. 

Δεν ανέχονται πια ο ένας τον άλλο μετά από αυτή τη διαφωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store