Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subtiliser
01
κλέβω, παίρνω κρυφά
prendre quelque chose discrètement, souvent sans permission
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
subtilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
subtilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
subtiliserai
ενεστώτα μετοχή
subtilisant
παθητική μετοχή
subtilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
subtilisions
Παραδείγματα
Elle a subtilisé le téléphone sans que personne ne le voie.
Εκείνη έκλεψε το τηλέφωνο χωρίς κανείς να το δει.
02
αρπάζω, κλέβω
prendre le ballon rapidement à un adversaire
Παραδείγματα
Il a subtilisé le ballon au joueur adverse.
Αφαίρεσε την μπάλα από τον αντίπαλο παίκτη.
03
υπερβολικά περιπλέκω, υπερβολικά αναλύω
examiner, affiner ou compliquer excessivement une idée ou un raisonnement
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
Les critiques ont subtilisé sur la signification réelle du poème.
Οι κριτικοί υπερβολικά περιέπλεξαν την πραγματική σημασία του ποιήματος.



























