Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subtiliser
01
κλέβω, παίρνω κρυφά
prendre quelque chose discrètement, souvent sans permission
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
subtilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
subtilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
subtiliserai
ενεστώτα μετοχή
subtilisant
παθητική μετοχή
subtilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
subtilisions
Παραδείγματα
Subtiliser des objets est un acte illégal.
Κλέβω αντικείμενα είναι παράνομη πράξη.
02
αρπάζω, κλέβω
prendre le ballon rapidement à un adversaire
Παραδείγματα
Subtiliser le ballon est essentiel en défense.
Η κλοπή της μπάλας είναι απαραίτητη στην άμυνα.
03
υπερβολικά περιπλέκω, υπερβολικά αναλύω
examiner, affiner ou compliquer excessivement une idée ou un raisonnement
old use
Παραδείγματα
Dans ce débat, les orateurs ont surtout subtilisé sur des points secondaires.
Σε αυτή τη συζήτηση, οι ομιλητές περίπλοκαν κυρίως δευτερεύοντα σημεία.



























