subjectif
sub
syb
syb
jec
ʒɛk
zhek
tif
tif
tif
subjonctif

Ορισμός και σημασία του "subjectif"στα γαλλικά

01

υποκειμενικός

qui dépend des opinions, des émotions ou du point de vue personnel 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus subjectif
συγκριτικός βαθμός
plus subjectif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
subjectif
αρσενικό πληθυντικό
subjectifs
θηλυκό ενικό
subjective
θηλυκό πληθυντικό
subjectives
Παραδείγματα
Son jugement est trop subjectif pour être pris en compte. 

Η κρίση του είναι πολύ υποκειμενική για να ληφθεί υπόψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store