Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subjectif
01
υποκειμενικός
qui dépend des opinions, des émotions ou du point de vue personnel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus subjectif
συγκριτικός βαθμός
plus subjectif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
subjectif
αρσενικό πληθυντικό
subjectifs
θηλυκό ενικό
subjective
θηλυκό πληθυντικό
subjectives
Παραδείγματα
Son jugement est trop subjectif pour être pris en compte.
Η κρίση του είναι πολύ υποκειμενική για να ληφθεί υπόψη.



























