Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subir
01
ανέχομαι, υπομένω
supporter une situation difficile ou douloureuse sans se plaindre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
subis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
subissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
subirai
ενεστώτα μετοχή
subissant
παθητική μετοχή
subi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
subissions
Παραδείγματα
Elle a subi beaucoup de stress pendant son traitement.
Αυτή υπέστη πολύ άγχος κατά τη διάρκεια της θεραπείας της.
02
υφίσταμαι, υποβάλλομαι
endurer ou recevoir une action, souvent médicale, comme un traitement ou une intervention
Παραδείγματα
Il a subi une opération chirurgicale la semaine dernière.
Έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση την περασμένη εβδομάδα.
03
υφίσταμαι
être affecté ou modifié par un événement ou une situation, souvent de façon négative
Παραδείγματα
L'entreprise a subi des pertes importantes cette année.
Η εταιρεία υπέστη σημαντικές απώλειες φέτος.



























