servir
ser
sɛʁ
ser
vir
viʁ
vir
sertir

Ορισμός και σημασία του "servir"στα γαλλικά

servir
01

εξυπηρετώ, σερβίρω

donner un produit ou un service à un client 
servir definition and meaning
Παραδείγματα
La caissière sert les clients rapidement. 

Η ταμίας εξυπηρετεί τους πελάτες γρήγορα.

02

σερβίρω, εξυπηρετώ

donner ou fournir quelque chose à quelqu'un 
servir definition and meaning
Παραδείγματα
Le serveur sert le repas aux clients. 

Servir σημαίνει να δίνεις ή να παρέχεις κάτι σε κάποιον.

03

χρησιμοποιώ

utiliser quelque chose pour soi-même 
servir definition and meaning
Παραδείγματα
Je me sers de ce livre pour mes recherches. 

Χρησιμοποιώ αυτό το βιβλίο για τις έρευνές μου.

04

σερβίρω, εκτελώ σερβίς

lancer la balle pour commencer le jeu 
servir definition and meaning
Παραδείγματα
C'est à toi de servir maintenant. 

Τώρα είναι η σειρά σου να σερβίρεις.

05

είναι χρήσιμος, εξυπηρετώ

être utile à quelqu'un ou à quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sers
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
servons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
servirai
ενεστώτα μετοχή
servant
παθητική μετοχή
servi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
servions
Παραδείγματα
Ce livre peut te servir pour ton exposé. 

Αυτό το βιβλίο μπορεί να σου χρησιμεύσει για την παρουσίασή σου.

06

υπηρετώ

travailler pour quelqu'un ou être soumis à une autorité 
Παραδείγματα
Il sert son pays dans l'armée. 

Υπηρετεί τη χώρα του στον στρατό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store