Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
servir
01
εξυπηρετώ, σερβίρω
donner un produit ou un service à un client
Παραδείγματα
La caissière sert les clients rapidement.
Η ταμίας εξυπηρετεί τους πελάτες γρήγορα.
02
σερβίρω, εξυπηρετώ
donner ou fournir quelque chose à quelqu'un
Παραδείγματα
Le serveur sert le repas aux clients.
Servir σημαίνει να δίνεις ή να παρέχεις κάτι σε κάποιον.
03
χρησιμοποιώ
utiliser quelque chose pour soi-même
Παραδείγματα
Je me sers de ce livre pour mes recherches.
Χρησιμοποιώ αυτό το βιβλίο για τις έρευνές μου.
04
σερβίρω, εκτελώ σερβίς
lancer la balle pour commencer le jeu
Παραδείγματα
C'est à toi de servir maintenant.
Τώρα είναι η σειρά σου να σερβίρεις.
05
είναι χρήσιμος, εξυπηρετώ
être utile à quelqu'un ou à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sers
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
servons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
servirai
ενεστώτα μετοχή
servant
παθητική μετοχή
servi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
servions
Παραδείγματα
Ce livre peut te servir pour ton exposé.
Αυτό το βιβλίο μπορεί να σου χρησιμεύσει για την παρουσίασή σου.
06
υπηρετώ
travailler pour quelqu'un ou être soumis à une autorité
Παραδείγματα
Il sert son pays dans l'armée.
Υπηρετεί τη χώρα του στον στρατό.



























