Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sevrage
01
αποτοξίνωση, αποχή
action d'aider une personne à arrêter une dépendance ou une habitude nocive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sevrage du tabac est difficile sans accompagnement.
Η διακοπή του καπνού είναι δύσκολη χωρίς συνοδεία.
02
απογαλακτισμός, διακοπή του θηλασμού
action d'habituer un bébé à ne plus se nourrir au sein ou au biberon
Παραδείγματα
Le sevrage du bébé commence généralement vers six mois.
Η απογαλάκτιση του μωρού ξεκινά συνήθως γύρω στους έξι μήνες.



























