le sevrage
sev
səv
sēv
rage
ʁa:ʒ
razh
servageserrage

Ορισμός και σημασία του "sevrage"στα γαλλικά

01

αποτοξίνωση, αποχή

action d'aider une personne à arrêter une dépendance ou une habitude nocive 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sevrage du tabac est difficile sans accompagnement. 

Η διακοπή του καπνού είναι δύσκολη χωρίς συνοδεία.

02

απογαλακτισμός, διακοπή του θηλασμού

action d'habituer un bébé à ne plus se nourrir au sein ou au biberon 
Παραδείγματα
Le sevrage du bébé commence généralement vers six mois. 

Η απογαλάκτιση του μωρού ξεκινά συνήθως γύρω στους έξι μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store