Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sevrage
01
αποτοξίνωση, αποχή
action d'aider une personne à arrêter une dépendance ou une habitude nocive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le sevrage réussi nécessite de la motivation et de la patience.
Η επιτυχημένη απομάκρυνση απαιτεί κίνητρο και υπομονή.
02
απογαλακτισμός, διακοπή του θηλασμού
action d'habituer un bébé à ne plus se nourrir au sein ou au biberon
Παραδείγματα
Après le sevrage, le bébé apprend à manger des aliments solides.
Το απόγαλα βοηθά το μωρό να μάθει να τρώει στερεά τρόφιμα.



























