Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le set
01
υποστρωματάκι τραπεζιού, πιατοθήκη
pièce placée sous une assiette pour la protéger ou décorer la table
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sets
Παραδείγματα
Le set en plastique est facile à nettoyer.
Το σετ από πλαστικό είναι εύκολο να καθαριστεί.
02
σετ, παιχνίδι
partie d'un match de tennis ou d'autres sports divisée en plusieurs segments
Παραδείγματα
Un set se compose généralement de six jeux.
Ένα σετ συνήθως αποτελείται από έξι παιχνίδια.
03
σετ
suite de chansons ou de morceaux joués sans interruption
Παραδείγματα
Ce set est plus énergique que le précédent.
Αυτό το σετ είναι πιο ενεργητικό από το προηγούμενο.



























